Δεν καταλαβαίνεις πότε τελειώνει ένα ταξίδι.
Δεν έχει ήχο, ούτε στιγμή. Δεν υπάρχει τελεία.
Απλώς, κάποια ώρα, σβήνεις τη μηχανή και μένεις όρθιος, με το κράνος στο χέρι, κοιτάζοντας έναν χώρο που υποτίθεται ότι είναι γνώριμος. Το σπίτι, το πάρκινγκ, ο δρόμος. Όλα είναι όπως τα άφησες. Κανένα ίχνος ότι έλειπες.
Η διαδρομή δεν ήταν δύσκολη.
Δεν είχε κάτι που να σε λύγισε. Δεν νιώθεις κουρασμένος με τον τρόπο που κουράζεται το σώμα. Κι όμως, υπάρχει ένα βάρος που δεν ξέρεις πού να το αποθέσεις.
Στο ταξίδι είχες ρυθμό.
Ξύπναγες, έφευγες, σταματούσες όταν χρειαζόταν. Η μέρα είχε πορεία, ακόμα κι όταν δεν ήξερες πού θα καταλήξει. Τώρα, όλα γύρω σου μοιάζουν στατικά. Δεν υπάρχει επόμενο χιλιόμετρο. Μόνο υποχρεώσεις που σε περιμένουν ακριβώς εκεί που τις άφησες.
Αυτή η αίσθηση της επιστροφής μου έμεινε καθαρά μετά από εκείνη τη διαδρομή — Τα Καλάβρυτα δεν ήταν ο προορισμός.
Η επιστροφή δεν σε χτυπάει άμεσα.
Έρχεται λίγο αργότερα. Όταν βγάζεις τα γάντια. Όταν αφήνεις το κράνος κάτω. Όταν καταλαβαίνεις ότι κανείς δεν ξέρει ακριβώς πού ήσουν και, στην πραγματικότητα, δεν έχει πολλή σημασία.
Δεν είναι απογοήτευση.
Είναι κάτι πιο ήσυχο και πιο δύσκολο. Είναι η αίσθηση ότι για λίγο είχες πάρει τη σωστή απόσταση απ’ όλα, και τώρα πρέπει να τη μικρύνεις ξανά. Να χωρέσεις στον ίδιο χώρο, στον ίδιο χρόνο, στους ίδιους ρυθμούς.
Η πιο δύσκολη επιστροφή είναι από τα ομορφότερα ταξίδια.
Τα ταξίδια δεν λύνουν τίποτα.
Δεν καθαρίζουν το μυαλό, δεν αλλάζουν τη ζωή, δεν σε φέρνουν πιο κοντά σε κάποια μεγάλη αλήθεια. Απλώς σου δείχνουν, για λίγο, πώς είναι τα πράγματα όταν δεν σε πιέζουν από όλες τις πλευρές.
Και αυτό είναι που κάνει την επιστροφή δύσκολη.
Όχι γιατί γύρισες.
Αλλά γιατί θυμάσαι πώς ήταν όταν έλειπες.
Δεν υπάρχει συμπέρασμα εδώ.
Ούτε τρόπος να το “διαχειριστείς”. Με τον καιρό, η αίσθηση μαλακώνει. Η καθημερινότητα τραβάει πάλι μπροστά και εσύ ακολουθείς.
Μόνο που κάπου μέσα σου μένει μια σιωπηλή γνώση:
ότι η διαδρομή δεν ήταν το θέμα.
Ποτέ δεν ήταν.
Εν τέλη γιατί ξεκίνησα το adventure;
Δεν ήταν για τον προορισμό. Ούτε για τις εικόνες, ούτε για τις ιστορίες που έχεις μετά να πεις.
Ίσως ούτε καν για τη μηχανή.
Ξεκίνησα γιατί κάποια στιγμή η απόσταση έγινε ανάγκη.
Όχι από κάτι συγκεκριμένο — αλλά από όλα μαζί.
Για λίγο, πάνω στη σέλα, κανείς δεν ζητάει τίποτα.
Δεν υπάρχει “πρέπει”, δεν υπάρχουν εκκρεμότητες που σε κοιτάνε από μια οθόνη.
Υπάρχει μόνο ο δρόμος, ο ήχος του κινητήρα, και μια συνέχεια που δεν σε διακόπτει.
Και εκεί, χωρίς να το καταλάβεις, αρχίζεις να γίνεσαι πιο απλός.
Όχι καλύτερος. Όχι πιο σοφός.
Απλώς πιο κοντά σε κάτι που δεν χρειάζεται εξήγηση.
Γι’ αυτό ξεκίνησα.
Και γι’ αυτό συνεχίζω.
Όχι γιατί ψάχνω κάτι στο τέλος της διαδρομής,
αλλά γιατί για όσο κρατάει, δεν χρειάζεται να ψάχνω τίποτα.
Κάνοντας συνέχεια και άλλα και άλλα ταξίδια, πάντα γυρνάω σε αυτό το άρθρο και σκέφτομαι πόσο δύσκολη τελικά είναι η επιστροφή.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το μόνο σταθερό.
Όχι τα χιλιόμετρα.
Όχι τα μέρη.
Αλλά εκείνη η στιγμή μετά.
Η σιωπή.
Εκεί που τελειώνει το ταξίδι —
και αρχίζει πάλι η υπόλοιπη ζωή.




