Το πρωινό που σε βάζει μόνο του στο σωστό mood
Η δεύτερη μέρα του AdvTroffy 2026 δεν ξεκίνησε από το χώμα. Ξεκίνησε από εκείνο το πολύ πιο ύπουλο σημείο κάθε καλού ταξιδιού: από την ησυχία πριν ξεκινήσουν όλα. Από εκείνη τη στιγμή που ξυπνάς, δεν έχεις ακόμη φορέσει κράνος, δεν έχεις βάλει μπροστά τη μηχανή, δεν έχεις μπει σε ρυθμό οδήγησης, αλλά ξέρεις ήδη ότι η μέρα που ακολουθεί έχει κάτι να σου δώσει.
Αν δεν έχεις διαβάσει πώς ξεκίνησε όλο αυτό το ταξίδι, αξίζει να ρίξεις μια ματιά στο AdvTroffy 2026 – Day 1: Από Αθήνα στο Ελατοχώρι, γιατί εκεί μπήκαν οι βάσεις για όσα ζήσαμε τη δεύτερη ημέρα — από την έξοδο από την πόλη μέχρι την πρώτη επαφή με τον Όλυμπο.
Για εμένα και τον Πέτρο, αυτή η αρχή γράφτηκε στο Ελατοχώρι. Ο καφές στο χέρι, ο πρωινός αέρας ακόμα δροσερός και μπροστά μας μια θέα που δύσκολα συνηθίζεις, όσο κι αν την κοιτάξεις. Από τη μία η αίσθηση του βουνού, από την άλλη το βάθος που ανοίγεται μπροστά σου και σε αφήνει να χαζεύεις χωρίς λόγο. Αυτές οι πρώτες στιγμές έχουν πάντα κάτι σχεδόν τελετουργικό. Δεν μιλάς πολύ. Δεν χρειάζεται. Αρκεί να κοιτάς και να αφήνεις το μυαλό να πάρει σιγά σιγά απόφαση ότι ξεκινά μια ολόκληρη μέρα πάνω στη μηχανή.
Και αυτό ήταν ίσως το πρώτο κέρδος της δεύτερης ημέρας: ότι πριν ακόμη ξεκινήσει η οδήγηση, η μέρα είχε ήδη κερδίσει χώρο μέσα σου. Με τέτοια θέα, με τέτοιο φως, με αυτή τη χαρακτηριστική πρωινή καθαρότητα του βουνού, δεν χρειαζόταν τίποτα παραπάνω για να καταλάβεις ότι η συνέχεια δεν μπορούσε παρά να είναι δυνατή.


Η μέρα που έγραφε 130 χιλιόμετρα αλλά πέρασε χωρίς να σε βαραίνει
Το πρόγραμμα της δεύτερης ημέρας προέβλεπε συνολικά περίπου 130 χιλιόμετρα. Αν το δεις έτσι, σαν αριθμό μόνο, δεν σου λέει πολλά. Είναι ένα νούμερο που μπορεί να σημαίνει πολλά ή τίποτα, ανάλογα με το πού γίνεται, με τι ρυθμό, σε τι τερέν και με τι εικόνες γύρω σου. Στον Όλυμπο όμως, αυτά τα 130 χιλιόμετρα δεν μεταφράζονται μόνο σε απόσταση. Μεταφράζονται σε συνεχείς εναλλαγές, σε τοπίο που αλλάζει χωρίς προειδοποίηση, σε κομμάτια που άλλοτε σε χαλαρώνουν και άλλοτε σου ζητούν προσοχή, και σε μια ολόκληρη μέρα που χτίζει εμπειρία χωρίς να χρειάζεται υπερβολές.
Η διαδρομή, σε γενικές γραμμές, ήταν εύκολη. Δεν ήταν από εκείνες τις ημέρες που θα σε τσακίσουν ή θα σε κάνουν να σκέφτεσαι την κάθε κίνηση υπερβολικά. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ήταν αδιάφορη. Κάθε άλλο. Είχε μέσα της τεχνικά κομμάτια, αλλά αυτά εμφανίστηκαν κυρίως στην αρχή. Εκεί το χώμα είχε λάσπη σε ορισμένα σημεία, η βλάστηση ήταν τόσο πυκνή που σε έβαζε αμέσως μέσα στο κλίμα της διαδρομής και η αίσθηση ήταν περισσότερο «μπαίνουμε στο βουνό κανονικά» παρά «ζεσταινόμαστε». Παρ’ όλα αυτά, το πρώτο αυτό κομμάτι βγήκε σχετικά εύκολα και χωρίς υπερβολή. Ήταν πιο πολύ για να σε βάλει αμέσως στο σωστό mode παρά για να σε δοκιμάσει πραγματικά.
Αυτό που μου έμεινε περισσότερο από εκείνα τα πρώτα χιλιόμετρα δεν ήταν η δυσκολία. Ήταν η βλάστηση. Ο Όλυμπος εκείνη τη μέρα ήταν πραγματικά στα καλύτερά του. Παντού πράσινο. Όχι απλώς πολύ πράσινο — αλλά πυκνό, βαθύ, γεμάτο ζωή. Από εκείνο το είδος του τοπίου που σε τραβάει συνεχώς να κοιτάξεις δεξιά, αριστερά, μπροστά, ψηλά. Σε κάνει να νιώθεις ότι δεν κινείσαι απλώς μέσα σε μια διαδρομή αλλά μέσα σε ένα ολόκληρο ζωντανό περιβάλλον που αλλάζει κάθε λίγα λεπτά.

Το ξεκίνημα μέσα στο δάσος
Τα πρώτα αυτά κομμάτια της διαδρομής είχαν αυτό το τέλειο μείγμα που κάνει ένα trail να σε κερδίζει από την αρχή. Πυκνή βλάστηση, δέντρα που σχεδόν κλείνουν από πάνω σου, λάσπη σε σημεία, χώμα που αλλάζει υφή από μέτρο σε μέτρο και εκείνη η αίσθηση ότι πρέπει να μείνεις σε εγρήγορση χωρίς όμως να σε αγχώνει τίποτα. Ήταν από εκείνα τα χωμάτινα περάσματα που σου προσφέρουν αμέσως την αίσθηση «είμαστε μέσα», χωρίς να χρειάζεται να γίνουν υπερβολικά σκληρά για να το πετύχουν.
Η διαδρομή είχε ροή. Και αυτό είναι κάτι που προσωπικά εκτιμώ πολύ περισσότερο από μια ψεύτικη, αχρείαστη δυσκολία. Δεν χρειάζεται κάθε βόλτα να σε χτυπάει για να είναι καλή. Μερικές φορές αρκεί να σε παίρνει μαζί της. Και αυτή η μέρα το έκανε πολύ καλά. Έμπαινες στο δάσος, έβλεπες τη σκιά να εναλλάσσεται με το φως, τα δέντρα να πυκνώνουν, το έδαφος να αλλάζει, και το μόνο που ήθελες ήταν να συνεχίσεις.
Υπήρχαν βέβαια και κάποια πιο τεχνικά κομμάτια, ειδικά χαμηλά στην αρχή, εκεί όπου η λάσπη και τα πιο σκαμμένα σημεία ήθελαν λίγη περισσότερη προσοχή. Τίποτα όμως που να αλλάζει τον συνολικό χαρακτήρα της ημέρας. Δεν ήταν μέρα «μάχης». Ήταν μέρα απόλαυσης — απλώς με τα απαραίτητα σημεία που σου θύμιζαν ότι βρίσκεσαι σε πραγματική χωμάτινη διαδρομή και όχι σε τουριστική διέλευση.

Κάπου στα πρώτα χιλιόμετρα της ημέρας, πριν αρχίσει να ανοίγει πραγματικά το τοπίο και εμφανιστούν οι ψηλές κορυφές του Ολύμπου, βρεθήκαμε δίπλα σε ένα από τα πιο όμορφα και «ζωντανά» σημεία της διαδρομής. Το νερό περνούσε χαμηλά, ανάμεσα σε πέτρα και ρίζες, και όλο το σκηνικό είχε αυτή την αίσθηση δροσιάς που μόνο το βουνό μπορεί να σου δώσει. Στήσαμε για λίγο τις μηχανές δίπλα στο ρέμα, όχι από ανάγκη αλλά γιατί απλά δεν γινόταν να συνεχίσεις χωρίς να σταματήσεις. Το σημείο αυτό δεν είχε κάτι εντυπωσιακό με την πρώτη ματιά, αλλά όσο το κοιτούσες τόσο καταλάβαινες πόσο «ζωντανή» είναι η φύση του Ολύμπου — νερό, σκιά, βλάστηση και χώμα σε μια ισορροπία που σε τραβάει να μείνεις λίγο παραπάνω πριν συνεχίσεις τη διαδρομή.



Όταν αρχίζουν να εμφανίζονται οι κορυφές
Και κάπου εκεί, ενώ έχεις ήδη μπει καλά στο βουνό και το σώμα έχει βρει το ρυθμό του, αρχίζουν να εμφανίζονται μπροστά σου οι ψηλές κορυφές του Ολύμπου. Αυτό είναι πάντα από εκείνες τις στιγμές που κάνουν τη διαδρομή να ανεβαίνει επίπεδο, χωρίς να αλλάζει τίποτα άλλο πέρα από την εικόνα. Δεν χρειάζεται να το αναλύσεις. Δεν χρειάζεται να το περιγράψεις με μεγάλα λόγια. Αρκεί να το δεις.
Οι βραχώδεις, χιονισμένες κορυφές να ξεπροβάλλουν πάνω από τη ζώνη του δάσους είναι από τις εικόνες που δεν κουράζουν ποτέ. Το μάτι περνάει από το πράσινο των δέντρων στο γκρι της πέτρας και στο λευκό του χιονιού σχεδόν ακαριαία, και όλο αυτό σου θυμίζει με έναν πολύ απλό τρόπο πόσο πολυπρόσωπος είναι ο Όλυμπος. Δεν είναι μόνο βουνό. Δεν είναι μόνο δάσος. Δεν είναι μόνο κορυφή. Είναι το πώς όλα αυτά συνυπάρχουν και αλλάζουν διαρκώς μπροστά σου.
Εκεί κάναμε και τις απαραίτητες στάσεις. Όχι μόνο για φωτογραφίες. Αυτές οι στάσεις είναι για να χαμηλώσει λίγο μέσα σου ο ρυθμός, για να προλάβει το μυαλό αυτό που βλέπει και να μη χαθεί η εικόνα μέσα στην κίνηση της μέρας. Μπροστά σου οι κορυφές, γύρω σου το δάσος, στη σέλα μηχανές που μόλις λίγα λεπτά πριν κινούνταν μέσα στο χώμα, και για λίγο όλα γίνονται ήσυχα.



Η πεδιάδα από ψηλά και το αίσθημα του χώρου
Μετά τις κορυφές, ήρθαν εκείνα τα σημεία όπου το βλέμμα άνοιγε προς την πεδιάδα. Κι εκεί πάλι ο Όλυμπος άλλαζε πρόσωπο. Από το πιο κλειστό, δασικό, σχεδόν προστατευμένο περιβάλλον, ξαφνικά έβγαινες σε σημεία όπου ένιωθες τον χώρο να απλώνεται μπροστά σου. Αυτή η εναλλαγή ήταν ίσως από τα πιο ωραία χαρακτηριστικά της διαδρομής. Μέσα σε λίγα χιλιόμετρα μπορούσες να περάσεις από το βαθύ πράσινο της σκιάς σε θέα που ανοίγει τόσο πολύ, ώστε να σου δίνει άλλη εντελώς αίσθηση κλίμακας.
Εκεί είναι που ένα βουνό σαν τον Όλυμπο στα δείχνει όλα μαζί. Τη δύναμη της μάζας του, τις χαράδρες, τη βλάστηση, τα ανοίγματα, την αίσθηση του υψομέτρου χωρίς να χρειάζεται καν να ξέρεις συγκεκριμένους αριθμούς. Απλώς το νιώθεις. Το βλέπεις στον τρόπο που απλώνεται η πεδιάδα χαμηλά, στον αέρα που αλλάζει, στις γραμμές του τοπίου.
Και όσο περνούσαν τα χιλιόμετρα, η μέρα έβρισκε όλο και περισσότερο αυτόν τον χαρακτήρα: τίποτα αγχωτικό, τίποτα υπερβολικό, αλλά συνεχώς καινούργιες εικόνες. Αυτό είναι πολλές φορές πολύ πιο δύσκολο να πετύχεις σε μια διαδρομή από το να βάλεις λίγα τεχνικά κομμάτια παραπάνω. Μια εύκολη μέρα που δεν σε αφήνει να βαρεθείς έχει τη δική της μεγάλη αξία.





Λιβάδι: μια στάση για καφέ που έγινε highlight
Κάπου μέσα σε αυτή τη μεγάλη διαδρομή ήρθε και η στάση στο Λιβάδι. Και ειλικρινά, ήταν από εκείνα τα χωριά που δεν περνάς απλώς — τα θυμάσαι. Από την πρώτη στιγμή που μπήκαμε, μου έδωσε την αίσθηση ενός από τα πιο όμορφα χωριά που έχω επισκεφθεί. Δεν ήταν μόνο η εικόνα του σαν οικισμός. Ήταν το συνολικό feeling. Η θέση του, ο τρόπος που δένει με το περιβάλλον, ο αέρας του, η ηρεμία του.
Η στάση για καφέ εκεί ήταν από αυτές που σου μένουν περισσότερο απ’ όσο θα περίμενες. Ίσως επειδή είχε έρθει ακριβώς την ώρα που έπρεπε. Ίσως επειδή είχαμε ήδη δει πολλά μέσα στη μέρα και αυτό το μικρό διάλειμμα λειτούργησε σαν pause button πριν συνεχίσουμε. Ίσως επειδή τέτοια χωριά έχουν έναν τρόπο να σε προσγειώνουν όμορφα, χωρίς να σε βγάζουν από το ταξίδι — αντιθέτως, σε βάζουν ακόμα πιο βαθιά μέσα του.
Σε μια διαδρομή σαν αυτή, μια καλή στάση δεν είναι απλώς ξεκούραση. Είναι κομμάτι του ίδιου του ταξιδιού. Και το Λιβάδι, με τον καφέ, τον αέρα του και την εικόνα του, ήταν ακριβώς αυτό: όχι ένα τυχαίο πέρασμα, αλλά ένα πραγματικό σημείο αναφοράς της δεύτερης μέρας.
Το εκκλησάκι κάτω από τον βράχο
Από τα πιο ιδιαίτερα σημεία της ημέρας ήταν εκείνο με το μικρό εκκλησάκι κάτω από τον βράχο. Αυτή είναι από τις εικόνες που δεν τις περιμένεις να σου μείνουν τόσο, αλλά τελικά μένουν πολύ. Γιατί δεν είναι μόνο «ωραίο σημείο για φωτογραφία». Είναι μία από εκείνες τις γωνιές της διαδρομής που έχουν χαρακτήρα. Πέτρα, σκιά, βράχος, βουνό, ησυχία. Και μέσα σε όλα αυτά, ένα μικρό παρεκκλήσι που δίνει άλλο βάθος στην εικόνα.
Εκεί ο Όλυμπος είχε άλλη όψη. Πιο κλειστή, πιο βραχώδη, πιο «κρυφή». Από τις κορυφές και τα μεγάλα ανοίγματα, βρέθηκες ξαφνικά μπροστά σε ένα σημείο πιο εσωστρεφές, πιο ατμοσφαιρικό. Κι είναι αυτές ακριβώς οι εναλλαγές που σε κρατούν ξύπνιο όλη μέρα. Δεν έχεις μόνο μία μορφή τοπίου να απολαμβάνεις. Έχεις πολλές.
Σ’ αυτό το σημείο, ακόμα και οι στάσεις των μηχανών έδεναν αλλιώς με το περιβάλλον. Δεν έβλεπες απλώς μηχανές παρκαρισμένες. Έβλεπες αντικείμενα μέσα σε ένα σκηνικό που είχε πραγματική δύναμη. Και αυτά είναι τα κάδρα που τελικά χτίζουν το άρθρο, τις αναμνήσεις και όλο το feeling της διοργάνωσης.





Τα πιο τεχνικά κομμάτια της ημέρας
Παρότι συνολικά η διαδρομή ήταν εύκολη, υπήρχαν ορισμένα περάσματα που ήθελαν προσοχή. Το πιο απαιτητικό κομμάτι της ημέρας ήταν σε ένα σημείο με έντονη κατηφόρα, πέτρα και νεροφαγώματα. Εκεί άλλαζε λίγο η λογική. Δεν ήσουν πλέον στη φάση του flow. Ήθελε γραμμή, ήθελε μάτι, ήθελε καθαρό χειρισμό. Δεν ήταν κάτι ακραίο, αλλά ήταν αρκετό για να σου θυμίσει ότι το βουνό πάντα κρατάει ένα μικρό περιθώριο σοβαρότητας.
Αυτά τα τεχνικά περάσματα είχαν ενδιαφέρον ακριβώς επειδή δεν ήταν συνεχόμενα. Έρχονταν εκεί που έπρεπε, σου ζητούσαν λίγο παραπάνω συγκέντρωση και μετά η διαδρομή σε άφηνε ξανά να αναπνεύσεις. Αυτή η ισορροπία ήταν εξαιρετική. Δεν σε τσάκιζε, δεν σε κούραζε χωρίς λόγο, αλλά ούτε και σε άφηνε να ξεχαστείς τελείως.
Και εκεί πάλι η φύση έκανε το δικό της παιχνίδι. Πυκνά δέντρα, σκιερές διαδρομές, πετρώδες έδαφος, κομμάτια με ρίζες, σημεία με πιο σαθρό χώμα, άλλα με χαλίκι. Όλα εναλλάσσονταν τόσο φυσικά που η μέρα αποκτούσε αυτό που θέλεις από μια καλή χωμάτινη διαδρομή: να σε κρατάει παρόντα, αλλά να μη σε εξαντλεί.
Σε τέτοια κομμάτια καταλαβαίνεις πόσο σημαντικό είναι το σωστό πάτημα. Δεν είναι απλά θέμα άνεσης — είναι θέμα ελέγχου. Όταν το έδαφος έχει πέτρα, νεροφαγώματα και απότομες κλίσεις, χρειάζεσαι σταθερότητα και grip στα πόδια για να κρατήσεις τη γραμμή σου χωρίς δεύτερη σκέψη. Είναι ακριβώς εκείνες οι στιγμές που σου θυμίζουν γιατί είχα γράψει ότι το πάτημα μπορεί να γίνει μάθημα στο άρθρο για τα footpegs της CFMOTO 450MT




Η φύση του Ολύμπου ως πρωταγωνιστής
Αν έπρεπε όμως να κρατήσω ένα πράγμα από τη δεύτερη μέρα, δεν θα ήταν ούτε το χώμα, ούτε οι στάσεις, ούτε καν τα πιο εντυπωσιακά σημεία. Θα ήταν η φύση του Ολύμπου συνολικά. Αυτό το βουνό, εκείνη τη μέρα, ήταν πραγματικά πρωταγωνιστής. Όχι ως φόντο. Ως παρουσία.
Το δάσος ήταν καταπληκτικό. Πυκνό, ζωντανό, γεμάτο εναλλαγές. Υπήρχαν σημεία με ρέματα, σημεία με βράχια, σημεία όπου το νερό και η σκιά έδιναν μια εντελώς διαφορετική αίσθηση από εκείνη που έχεις όταν βλέπεις μόνο κορυφές και ανοίγματα. Και αυτό ήταν ίσως το πιο όμορφο κομμάτι της μέρας: ότι μέσα σε 130 χιλιόμετρα δεν είδες έναν Όλυμπο. Είδες πολλούς.
Είδες τον ορεινό.
Είδες τον δασικό.
Είδες τον βραχώδη.
Είδες τον ανοιχτό.
Είδες τον σκιερό.
Είδες τον ήσυχο.
Είδες και τον πιο άγριο.
Κι αυτό είναι κάτι που δύσκολα μεταφέρεται ολόκληρο με λέξεις ή φωτογραφίες. Το νιώθεις καλύτερα όταν είσαι εκεί, όταν περνάς από εικόνα σε εικόνα και η μέρα κυλάει χωρίς να σου δίνει χρόνο να βαρεθείς ούτε λεπτό.
Υπάρχουν όμως και εκείνες οι στιγμές που αφήνεις λίγο το τεχνικό κομμάτι και απλά οδηγείς. Μέσα στο δάσος, με τη διαδρομή να ρέει και το τοπίο να σε τραβάει γύρω του, το μόνο που μένει είναι ο ρυθμός της μηχανής. Και κάπου εκεί, καταλαβαίνεις ότι η χαλάρωση μπορεί να έρθει και έτσι — οδηγώντας, με τον ήχο της εξάτμισης να γίνεται σχεδόν μελωδία στο background. Είναι από αυτές τις στιγμές που σε κάνουν να θυμηθείς γιατί επέλεξες τη συγκεκριμένη setup, όπως είχα γράψει και στο review της Sharon Exhaust για το 450MT.



Επιστροφή στο camp
Και κάπως έτσι, σιγά σιγά, η μέρα άρχισε να κλείνει. Όχι απότομα. Όμορφα. Με εκείνον τον τρόπο που συμβαίνει όταν έχεις γεμίσει αρκετά και το σώμα αρχίζει να καταλαβαίνει ότι πλησιάζει η ώρα να κατεβάσεις ρυθμό. Τα τελευταία κομμάτια της επιστροφής είχαν εκείνο το πολύ ωραίο συναίσθημα που έχουν πάντα τα γεμάτα απογεύματα: ότι δεν βιάζεσαι πια να φτάσεις, αλλά ξέρεις πως η μέρα έκλεισε όπως έπρεπε.
Όταν επιστρέψαμε στο camp, υπήρχε αυτή η γνωστή αίσθηση αποφόρτισης. Οι μηχανές σταματημένες, οι σκηνές, ο κόσμος γύρω, ο ήλιος που είχε αλλάξει, το σώμα κουρασμένο αλλά καθαρό στο κεφάλι. Αυτές οι στιγμές μετά τη διαδρομή είναι πάντα ιδιαίτερες. Είναι σαν να αρχίζει ένα δεύτερο, πιο ήσυχο μέρος της ημέρας. Δεν έχει πια χώμα, δεν έχει επιλογές γραμμής, δεν έχει εγρήγορση. Έχει μόνο εκείνη τη γλυκιά αίσθηση ότι έζησες κάτι γεμάτο.
Κοιτάζοντας το camp, με τις σκηνές και τις μοτοσυκλέτες απλωμένες στον χώρο, καταλάβαινες ακόμη περισσότερο ότι το AdvTroffy δεν είναι μόνο οι διαδρομές. Είναι και αυτή η κοινότητα γύρω από τις διαδρομές. Είναι η στιγμή που όλοι επιστρέφουν με άλλες εικόνες, άλλες λεπτομέρειες, άλλο ρυθμό μέσα τους, αλλά τελικά μοιράζονται το ίδιο πράγμα: μια ημέρα πάνω στο βουνό που άξιζε μέχρι το τελευταίο της μέτρο.


Συμπέρασμα δεύτερης ημέρας
Η δεύτερη μέρα του AdvTroffy 2026 δεν ήταν η μέρα που θα θυμάσαι επειδή σε λύγισε. Θα τη θυμάσαι γιατί σε γέμισε. Γιατί πήρες 130 χιλιόμετρα και δεν τα μέτρησες ποτέ σαν βάρος. Γιατί είχες χώμα, είχες τεχνικά κομμάτια στην αρχή, είχες δάσος, είχες λάσπη, είχες απίστευτη βλάστηση, είχες κορυφές, είχες πεδιάδα, είχες ένα πανέμορφο πέρασμα από το Λιβάδι, είχες ιδιαίτερα σημεία όπως το εκκλησάκι κάτω από τον βράχο και είχες στο τέλος την ηρεμία του camp.
Αν η πρώτη ημέρα ήταν η μετάβαση, η δεύτερη ήταν η πλήρης είσοδος στο πνεύμα του ταξιδιού. Εκεί που αφήνεις πια πίσω σου κάθε σκέψη του ξεκινήματος και απλώς μπαίνεις ολοκληρωτικά στη μέρα. Στην οδήγηση. Στις εικόνες. Στο βουνό. Στην παρέα. Στη διοργάνωση.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά και το πιο δυνατό στοιχείο του AdvTroffy: ότι δεν χρειάζεται να σου δώσει κάτι ακραίο για να σε κερδίσει. Αρκεί να σου δώσει μια σωστά στημένη μέρα στο σωστό μέρος. Και ο Όλυμπος, με τη βλάστησή του στα καλύτερά της και με αυτή την αβίαστη εναλλαγή τοπίων, έκανε ακριβώς αυτό.
Η δεύτερη μέρα δεν σε κέρδισε με δυσκολία.
Σε κέρδισε με πληρότητα.
Και αυτό, πολλές φορές, είναι πολύ πιο σημαντικό.




